Πρώτη αποτίμηση της κυνηγετικής χρονιάς: Καλύτερη εικόνα, αλλά όχι για πανηγυρισμούς!

Του Άριστου Αριστείδου – Αρχισυντάκτη Hunt and Shoot

Η πρώτη κυνηγετική εξόρμηση για το ενδημικό θήραμα ολοκληρώθηκε και, όπως κάθε χρόνο, οι πρώτες εντυπώσεις, οι συζητήσεις και οι εκτιμήσεις των κυνηγών δίνουν μια πρώτη εικόνα για την κατάσταση του κυνηγίου στην Κύπρο. Μια εικόνα που φέτος παρουσιάζεται κάπως βελτιωμένη σε σχέση με την περσινή, ιδιαίτερα κακή χρονιά, χωρίς όμως να δικαιολογεί ούτε ενθουσιασμό ούτε εφησυχασμό.

Ας δούμε, όμως, τα πράγματα λίγο πιο αναλυτικά.

Ο λαγός: Καλύτερη χρονιά, αλλά με παγίδες για το μέλλον

Από πλευράς λαγού, η φετινή εικόνα ήταν σαφώς καλύτερη από την περσινή. Υπήρχαν περισσότερες συναντήσεις και σε αρκετές περιοχές οι κυνηγοί είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια πιο ικανοποιητική πρώτη εξόρμηση. Ωστόσο, οι πληθυσμοί εξακολουθούν να βρίσκονται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια.

Η σχετικά καλή εικόνα ευνόησε ιδιαίτερα όσους γνώριζαν καλά τα κομμάτια τους και είχαν εντοπίσει και παρακολουθήσει λαγούς στις περιοχές τους. Αρκετοί από αυτούς κατάφεραν να καρπωθούν θηράματα σχετικά εύκολα, αξιοποιώντας τη γνώση των συγκεκριμένων περιοχών.

Εδώ, όμως, υπάρχει και μια σημαντική παράμετρος που πρέπει να μας προβληματίσει. Η εύκολη κάρπωση ενός λαγού δεν πρέπει να μετατραπεί σε στόχο ούτε να θεωρείται επιτυχία χωρίς όρια. Όταν γνωρίζουμε πού βρίσκονται οι λιγοστοί λαγοί μιας περιοχής, οφείλουμε να επιδεικνύουμε ακόμη μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση. Διαφορετικά, η φετινή σχετικά καλύτερη εικόνα μπορεί να υπονομευθεί από την υπερβολική πίεση που θα δεχθούν οι τοπικοί πληθυσμοί.

Πέρδικα: Διαφορετική εικόνα από περιοχή σε περιοχή

Για την άγρια πέρδικα, οι αναφορές ήταν ανάμεικτες. Σε ορισμένες περιοχές παρατηρήθηκε αύξηση σε σχέση με πέρσι, ενώ σε άλλες η παρουσία της ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, σε σημείο που πολλοί κυνηγοί δεν κατάφεραν καν να συναντήσουν πουλιά.

Η ανομοιομορφία αυτή δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ένα από τα ζητήματα που αξίζει να εξεταστούν σοβαρά είναι ο σχεδιασμός και η χωροθέτηση των απαγορευμένων περιοχών κυνηγίου. Οι απαγορεύσεις δεν πρέπει να αποτελούν απλώς γραμμές πάνω στον χάρτη. Πρέπει να σχεδιάζονται με επιστημονικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη τους βιότοπους, τις ανάγκες των ειδών και κυρίως τη δυνατότητα μετακίνησης και διασποράς των πληθυσμών.

Μια απαγορευμένη περιοχή που δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά την προστασία και την αναπαραγωγή των θηραμάτων δεν εκπληρώνει τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Χρειάζεται αξιολόγηση και, όπου απαιτείται, επανασχεδιασμός.

Φάσσα και φραγκολίνα: Προβληματικές ενδείξεις

Στους παραδοσιακούς κυνηγότοπους της φάσσας και της φραγκολίνας, η εικόνα που μεταφέρουν οι κυνηγοί είναι μειωμένη σε σχέση με τις δύο προηγούμενες χρονιές.

Ειδικότερα για τη φραγκολίνα, οι ανησυχίες είναι ακόμη μεγαλύτερες. Η καταστροφή και υποβάθμιση των φυσικών βιοτόπων της, η λαθροθηρία και ο ανεξέλεγκτος πληθυσμός αδέσποτων γατών αποτελούν παράγοντες που πρέπει να αντιμετωπιστούν με σοβαρότητα. Δεν μπορούμε να συζητάμε για προστασία ενός είδους όταν οι συνθήκες επιβίωσής του επιδεινώνονται και οι απειλές παραμένουν ουσιαστικά ανεξέλεγκτες.

Οι πρώτες αναφορές για μπεκάτσες έκαναν επίσης την εμφάνισή τους, ενώ στην ορεινή Λευκωσία καταγράφηκαν και οι πρώτες τσίχλες. Είναι, βεβαίως, νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα, καθώς η συνέχεια της μεταναστευτικής περιόδου θα μας δώσει πιο ξεκάθαρη εικόνα.

Και κάτι που πρέπει επιτέλους να αλλάξει: Η νοοτροπία μας

Πέρα από την κατάσταση των θηραμάτων, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν και οι τοποθετήσεις κυνηγών στα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης το βράδυ της πρώτης εξόρμησης.

Δυστυχώς, για ακόμη μία χρονιά, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται. Οι περισσότεροι εντοπίζουν τις ευθύνες αποκλειστικά στην Υπηρεσία Θήρας και στην Κυνηγετική Ομοσπονδία. Ασφαλώς, οι δύο αυτοί φορείς έχουν σημαντικές ευθύνες και οφείλουν να λογοδοτούν για τις αποφάσεις, τις πολιτικές και τις δράσεις τους. Δεν είναι, όμως, οι μόνοι υπεύθυνοι για την κατάσταση του κυνηγίου.

Πόσοι από αυτούς που διαμαρτύρονται είναι διατεθειμένοι να κάνουν κάτι ουσιαστικό για τη βελτίωση της κατάστασης; Πόσοι συμμετέχουν σε δράσεις βελτίωσης βιοτόπων, σε οργανωμένες προσπάθειες προστασίας των θηραμάτων, σε καταγγελίες περιστατικών λαθροθηρίας ή σε πρωτοβουλίες των τοπικών κυνηγετικών συλλόγων;

Οι περισσότεροι περιμένουν από τους άλλους να λύσουν το πρόβλημα, χωρίς να αναλαμβάνουν οι ίδιοι καμία πρωτοβουλία. Και αυτή είναι μια νοοτροπία που πρέπει επιτέλους να αλλάξει.

Την ίδια στιγμή, παρατηρούμε ότι για αρκετούς το κυνήγι έχει αρχίσει να ταυτίζεται με την απελευθέρωση και την κάρπωση θηραμάτων εκτροφής. Ασφαλώς, η εκτροφή και οι απελευθερώσεις μπορούν να αποτελούν ένα εργαλείο διαχείρισης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με σωστό επιστημονικό σχεδιασμό. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελούν υποκατάστατο ενός υγιούς φυσικού πληθυσμού άγριων θηραμάτων.

Το ζητούμενο δεν είναι να έχουμε περισσότερα θηράματα εκτροφής για να γεμίζουν οι κυνηγετικές μας εξορμήσεις. Το ζητούμενο είναι να διατηρήσουμε ζωντανούς και βιώσιμους πληθυσμούς άγριων θηραμάτων, ώστε το κυνήγι να εξακολουθήσει να έχει την πραγματική του αξία.

Το κυνήγι είναι ευθύνη όλων μας

Η πρώτη εξόρμηση μας έδωσε κάποιες θετικές ενδείξεις, αλλά και αρκετά προειδοποιητικά μηνύματα. Δεν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που μας επιτρέπει να πανηγυρίζουμε. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που απαιτεί σοβαρότητα, συνεργασία, επιστημονική προσέγγιση και κυρίως αλλαγή νοοτροπίας.

Η Υπηρεσία Θήρας πρέπει να αξιολογεί συνεχώς τα δεδομένα και να προχωρεί σε ουσιαστικές παρεμβάσεις. Η Κυνηγετική Ομοσπονδία και οι τοπικοί σύλλογοι πρέπει να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο. Οι κυνηγοί, από την πλευρά τους, πρέπει να αντιληφθούν ότι η προστασία του θηράματος δεν είναι ευθύνη κάποιου άλλου.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν έχει σημασία μόνο πόσα θηράματα θα συναντήσουμε ή θα καρπωθούμε σε μια κυνηγετική χρονιά. Σημασία έχει πόσα θα αφήσουμε πίσω μας για να υπάρχουν και τα επόμενα χρόνια.

Το κυνήγι δεν είναι μόνο η σημερινή μας εξόρμηση. Είναι και η ευθύνη μας απέναντι στις επόμενες γενιές κυνηγών.