Τα πρόσφατα περιστατικά λαθροθηρίας που ήρθαν στο φως δεν αποτελούν απλώς μεμονωμένα ποινικά αδικήματα. Αποτελούν την επιβεβαίωση ενός «γνωστού μυστικού» που εδώ και χρόνια ψιθυρίζεται στους κυνηγετικούς κύκλους: ότι η λαθροθηρία από άτομα που εργάζονται στο Τμήμα Δασών – και κυρίως από εποχιακούς και ωρομίσθιους υπαλλήλους – δεν είναι εξαίρεση, αλλά ένα διαχρονικό πρόβλημα που ουδέποτε αντιμετωπίστηκε στη ρίζα του.

Το γεγονός αυτό καθιστά τις πρόσφατες υποθέσεις ακόμη πιο σοβαρές. Διότι δεν μιλάμε για απλούς παραβάτες, αλλά για ανθρώπους που θεσμικά έχουν ρόλο στη φύλαξη, διαχείριση και προστασία της άγριας ζωής. Όταν αυτοί μετατρέπονται σε θηρευτές, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο περιβαλλοντικό – γίνεται βαθιά θεσμικό.

Το τελευταίο περιστατικό σημειώθηκε στην περιοχή του Κάμπου, όπου θηροφύλακες της Υπηρεσίας Θήρας εντόπισαν εργαζόμενο του Τμήματος Δασών να κυνηγά εντός απαγορευμένης ζώνης. Το όχημά του βρέθηκε καμουφλαρισμένο σε μικρή απόσταση από τα όρια της επιτρεπόμενης περιοχής, ένδειξη όχι απλής αμέλειας, αλλά συνειδητής παρανομίας. Το διοικητικό πρόστιμο των €3.300 είναι μεν αυστηρό, όμως αδυνατεί από μόνο του να αποκαταστήσει τη ζημιά που προκαλείται στην αξιοπιστία των θεσμών.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ακόμη πιο σοβαρή υπόθεση αποκαλύφθηκε στις κοινότητες Κούκλια και Τίμη της επαρχίας Πάφου. Κατά τη διάρκεια οργανωμένης επιχείρησης για πάταξη της λαθροθηρίας λαγών, θηροφύλακες εντόπισαν όχημα να κινείται ύποπτα σε γεωργικές εκτάσεις, ενώ ακούγονταν πυροβολισμοί. Παρά τα σήματα για στάση, ακολούθησε καταδίωξη και τελικά ακινητοποίηση του οχήματος.

Στο αυτοκίνητο επέβαιναν τρία πρόσωπα, δύο εκ των οποίων εργάζονται στο Τμήμα Δασών και είναι γνωστά στις αρχές από προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις. Κατασχέθηκαν δύο κυνηγετικά όπλα, ενώ με το πρώτο φως της ημέρας εντοπίστηκαν δύο φρεσκοσκοτωμένοι λαγοί καμουφλαρισμένοι πάνω σε δέντρα – μια καθαρά λαθροθηρική πρακτική, που αποκαλύπτει γνώση και εμπειρία στον τρόπο αποφυγής εντοπισμού.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτά έρχονται σε μια από τις χειρότερες χρονιές για το κυνήγι. Μειωμένοι πληθυσμοί θηραμάτων, αυστηρότεροι περιορισμοί, κοινωνική πίεση και διαρκής αμφισβήτηση της κυνηγετικής δραστηριότητας συνθέτουν ένα ήδη ασφυκτικό πλαίσιο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πρακτικές λαθροθηρίας – και μάλιστα «εκ των έσω» – λειτουργούν σαν ταφόπλακα σε κάθε προσπάθεια διάσωσης και εξυγίανσης του νόμιμου κυνηγιού.

Οι καταγγελίες για σκόπιμη απελευθέρωση κυνηγετικών σκύλων σε απαγορευμένες ζώνες, με στόχο την εκδίωξη των λαγών προς τα όρια των επιτρεπόμενων περιοχών, επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για οργανωμένες και μεθοδευμένες πρακτικές. Πρακτικές που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την κυνηγετική ηθική και προσβάλλουν κατάφωρα τη συντριπτική πλειοψηφία των κυνηγών που τηρούν τον νόμο.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάχρηση της επαγγελματικής ιδιότητας. Η πρόσβαση σε παρατηρητήρια, δασικούς δρόμους με κλειδιά και δυσπρόσιτες περιοχές προσφέρει πλεονέκτημα που, αντί να αξιοποιείται για προστασία, φαίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιείται για την τέλεση παρανομιών.

Οι υποθέσεις αυτές έχουν ήδη θορυβήσει τη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος και το Τμήμα Δασών, με εσωτερικές έρευνες και έκτακτες συσκέψεις να βρίσκονται προ των πυλών. Όμως το ζητούμενο δεν είναι απλώς η διαχείριση της επικαιρότητας. Είναι η ουσιαστική κάθαρση.

Η λαθροθηρία δεν πολεμιέται με μισόλογα και επιλεκτική αυστηρότητα. Πολεμιέται με μηδενική ανοχή, ειδικά όταν προέρχεται από εκείνους που έχουν ορκιστεί να προστατεύουν τη φύση. Γιατί όσο η παρανομία καλύπτεται «εκ των έσω», τόσο η άγρια ζωή, το νόμιμο κυνήγι και η ίδια η αξιοπιστία των θεσμών θα συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα.